Χρειάζεται μεγάλη ικανότητα για να μπορέσει να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στον πρωτόγονο τρόπο διαβίωσης του αγροτικού πληθυσμού και στον υπερπληθυσμό των τερατουπόλεων. Ίσως και να μην γεφυρώνεται!

Επιμέλεια Νίκος Σερβετάς

Μία ενδιαφέρουσα παράθεση στοιχείων για τους λόγους επιβίωσης του κινεζικού συστήματος, δημοσίευσε στις αρχές της εβδομάδας το γαλλικό κεντροαριστερό περιοδικό «Le Nouvel Observateur». Παρουσιάζοντας επιχειρήματα του ανεπίσημου διαλόγου μεταξύ αυτών που θεωρούν ότι η πτώση του καθεστώτος του Πεκίνου είναι θέμα χρόνου και εκείνων που εκθειάζουν την εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής του στα σύγχρονα δεδομένα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πολλά έχουμε να δούμε ακόμα από τον κινεζικό γίγαντα:
Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί ένα φαρμακερό ανέκδοτο: «Οι σοβιετολόγοι και οι σινολόγοι έχουν ένα κοινό σημείο: την εξαιρετική ικανότητά τους να κάνουν λάθος. Οι πρώτοι δεν προέβλεψαν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι δεύτεροι βλέπουν κάθε νύχτα στο όνειρό τους την πτώση της Κίνας». Το ανέκδοτο έχει μεγάλη δόση αλήθειας, γράφει η Ούρσουλα Γκωτιέ. Παρόλο που πολλοί σινολόγοι ανήκουν στο στρατόπεδο των «αισιόδοξων» που γοητεύονται από την ανάδυση του νέου γίγαντα, δεν είναι οι μόνοι ούτε εκείνοι με τη μεγαλύτερη επιρροή. Απέναντί τους, οι «απαισιόδοξοι» δίνουν έμφαση στη δραματική όξυνση των ανισοτήτων, τις συγκρούσεις και την κοινωνική αναταραχή.
Για τον Ιταλό Φραντσέσκο Σίσκι, οι Κασσάνδρες αμελούν ένα σημαντικό στοιχείο: στη διάρκεια των δέκα με δεκαπέντε τελευταίων ετών, η ιδιοκτησία των σπιτιών στις πόλεις, που ανήκε μέχρι τότε σε κρατικούς οργανισμούς, μεταβιβάστηκε σχεδόν δωρεάν σε εκείνους που τα κατοικούν. Από μια μέρα στην άλλη, 500 εκατομμύρια πολίτες - σε σύνολο 600 εκατομμυρίων - έγιναν ιδιοκτήτες. Στην ύπαιθρο, πάλι, οι αγρότες κατέχουν γη. Έτσι, η τεράστια πλειοψηφία των Κινέζων, ακόμη και οι φτωχοί, «έχουν κάτι να χάσουν εκτός από τις αλυσίδες τους». Αυτός είναι ο λόγος που δεν ξεσηκώνονται, παρά την εκτεταμένη οργή κατά της διαφθοράς και των αδικιών.
Όπως επισημαίνει η Γκωτιέ, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, αφού μελέτησε τις αιτίες της εξέγερσης στην πλατεία Τιεν Ανμέν, καθώς και τις αιτίες της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, συμπέρανε ότι δεν ήταν αρκετό να προχωρήσει σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Έπρεπε να καλέσει στο τραπέζι και τις ελίτ, δηλαδή τους διανοούμενους και τους επιχειρηματίες, ώστε να αποτραπεί μια εξέγερση που θα ήταν πιο επικίνδυνη για την επιβίωσή του. Χάρις σε αυτόν τον πραγματισμό και την ευελιξία, η Κίνα δεν είχε τη μοίρα της ΕΣΣΔ. Ο «ελαστικός αυταρχισμός» του κόμματος το οδήγησε να πειραματιστεί σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης: τον καπιταλισμό χωρίς δημοκρατία. Μένει να φανεί αν αυτό το μοντέλο θα επιζήσει. «Μέχρι στιγμής το πείραμα έχει πετύχει», λέει ο Αμερικανός ειδικός Ντέιβιντ Σάμποου, πρώην διευθυντής του The China Quarterly. «Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα συνεχίσει να επιδεικνύει την ίδια ικανότητα προσαρμογής, η κατάσταση θα διαρκέσει για απεριόριστο χρονικό διάστημα».
Η προσπάθεια διατήρησης της τάξης και της σταθερότητας έχει υψηλό κόστος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η Κίνα έχει ξοδέψει για τον σκοπό αυτό ποσό αντίστοιχο των 55 δισεκατομμύρια ευρώ, όσο περίπου είναι ο συνολικός αμυντικός της προϋπολογισμός. «Πόσον καιρό ακόμη θα αντέξει η οικονομία;» αναρωτιέται ένας διαφωνών.
Απέναντι στις αυξημένες απαιτήσεις της κοινωνίας, το Πεκίνο έχει αποφασίσει να στρέψει τις επενδύσεις του σε τομείς και υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η στέγη. «Το πρόβλημα», εξηγεί ο ιστορικός Τσεν Γιουαν, «είναι ότι το καθεστώς δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να πείσει τους πολίτες να το υπακούουν. Σύμφωνα με μια πρόσφατη ανάλυση, μόνο μερικοί αξιωματούχοι που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας - καμιά εκατοστή άτομα - ενδιαφέρονται πραγματικά για το κοινό συμφέρον. Όλοι οι υπόλοιποι, που δεν πιστεύουν στην επιβίωση του συστήματος, προσπαθούν απλώς να εδραιώσουν τη θέση τους». Το κεντρικό ερώτημα, λέει ο Ντέιβιντ Σάμποου, δεν είναι πια αν το Κόμμα μπορεί να ελέγξει την κοινωνία, αλλά αν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του.
Στην προβληματική της Ούρσουλας Γκωτιέ, θα μπορούσαν να ενταχθούν και τρεις ειδήσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της εβδομάδος η καθεμία από τις οποίες θα παίξουν σημαντικό ρόλο τόσο στην εδραίωση της Κίνας ως παγκόσμιο γίγαντα όσο και στο εσωτερικό μέτωπο, τον ισχυρότερο ίσως αντίπαλο που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, στον μακρύ και ομιχλώδη δρόμο που έχει να βαδίσει:
Περίπου 10 εκατομμύρια κατοικίες θα κατασκευαστούν αυτό το χρόνο στις μεγάλες κινεζικές πόλεις προκειμένου να βρουν στέγη οικογένειες που δεν έχουν να πληρώσουν τα όλο και αυξανόμενα ενοίκια.
Πιο κοντά στην ενεργειακή της αυτονομία είναι πλέον η Κίνα, καθώς Κινέζοι επιστήμονες επέτυχαν να επαναχρησιμοποιήσουν σε πειραματικό πυρηνικό σταθμό χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο αποκτώντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα αποθέματα ουρανίου της για 3.000 χρόνια αντί για 50 με 70 χρόνια, όπως υπολογιζόταν προηγουμένως.
Η Κίνα θα χρειαστεί 300 χρόνια για να αναστρέψει την ερημοποίηση των εδαφών της, αν ληφθεί υπόψη ο σημερινός ρυθμός προόδου των απαιτούμενων δράσεων, δήλωσε ο επικεφαλής των προσπαθειών στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη Λιου Τουό, θρηνώντας για τα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων που διατίθενται την καταπολέμηση ενός από τα σοβαρότερα περιβαλλοντικά προβλήματα.

(Πηγή εφημερίδα Εποχή Κυριακή, 09 Ιανουαρίου 2011)